Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Ο αετός και η ήμερη χήνα (Οδ. Ο. 160 – 183).


(Ο Τηλέμαχος μαζί με τον Πεισίστρατο, το γιο του βασιλιά της Πύλου γερο - Νέστορα, αποχαιρετούν τον Μενέλαο και την Ελένη, λίγο προτού ανεβούν στο αμάξι να πάρουν το δρόμο από τη Σπάρτη πίσω για την Πύλο.)

Κι όπως τους μίλαγε ο Τηλέμαχος, ένας αετός πέταξε από δεξιά τους με γραπωμένη στα νύχια του μια ασημόχρωμη πελώρια χήνα, ήμερη, αρπαγμένη από αυλή∙ κι ακολουθούσανε τον αετό με πολλές κραυγές άντρες και γυναίκες. Μα σαν ήρθε κοντύτερα στο αμάξι, όρμησε προς τα δεξιά μπροστά απ’ τα άλογα, κι εκείνοι χάρηκαν που τον είδαν, κι ήτανε βάλσαμο για την καρδιά μέσα στα στήθια τους.
Πρώτος πήρε το λόγο ο γιος του Νέστορα, ο Πεισίστρατος: «Ευλογημένε απ' τον Δία Μενέλαε, αρχηγέ του στρατού, τι λες, αυτό το σημάδι που φανέρωσε ο θεός είναι δικό μας ή δικό σου;» 
Κι ο άξιος στον πόλεμο Μενέλαος στοχαζόταν πώς να το ερμηνεύσει για να του αποκριθεί σωστά. Μα τον πρόλαβε η Ελένη, η γυναίκα του με το μακρύ πέπλο, κι έδωσε εκείνη τη δική της ερμηνεία: «Ακούστε με εμένα, εγώ θα σας εξηγήσω τη μαντεία, γιατί είναι οι θεοί που υποβάλλουν στην ψυχή μου ό,τι θαρρώ πως θα συμβεί. Όπως ετούτος ο αετός άρπαξε μια χήνα οικόσιτη κατεβαίνοντας από το βουνό όπου βρίσκονται η φύτρα και η γέννα του, έτσι κι ο Οδυσσέας, αφού έπαθε πολλά κι αφού περιπλανήθηκε σε πολλές χώρες, θα επιστρέψει στο σπίτι του και θα πάρει εκδίκηση. Ο οποίος κιόλας μπορεί να είναι ήδη στην πατρίδα του και να μηχανεύεται τρόπους πώς θα ξεκάνει τους μνηστήρες όλους μαζί.»   
Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος της απάντησε: «Μακάρι να επαληθεύσει τα λόγια σου ο Δίας, ο βροντερός άντρας της Ήρας, κι εκεί, στο νησί μου, θα σου αποδίδω τιμές που ταιριάζουν σε θεά.» Είπε, και χτύπησε τα άλογα με το μαστίγιο, κι εκείνα όρμησαν γοργά μέσ' απ' την πολιτεία, και χύθηκαν πέρα στην πεδιάδα.

(JeanJacques Lagrenée (1739-1821), Η Ελένη αναγνωρίζοντας τον Τηλέμαχο, το γιο του Οδυσσέα.)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία ο, στίχοι 160 – 183]