Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

Εἴδωλα βροτῶν καμόντων / Σκιές θνητών που πέθαναν (Οδ. Λ. 467 – 491).


(Η αφήγηση συνεχίζεται στο α' πρόσωπο, μιλάει ο Οδυσσέας.)

Ήρθε τότε και η ψυχή του Αχιλλέα, του γιου του Πηλέα, μαζί με του Πάτροκλου την ψυχή, και με του διαλεκτού Αντίλοχου και με του Αίαντα, αυτού που ήταν μετά τον έξοχο γιο του Πηλέα ο ομορφότερος στην όψη και στο παράστημα Δαναός. Και η ψυχή του γρήγορου στα πόδια Αχιλλέα αμέσως με αναγνώρισε και με δάκρυα και κλάματα μου μίλησε: «Γιε του Λαέρτη, θεϊκέ και πολυμήχανε Οδυσσέα, άνθρωπε παράτολμε, τι φοβερότερο άλλο θα σκαρφιστείς με το μυαλό σου; Πώς τόλμησες και κατέβηκες στον Άδη, εδώ που φωλιάζουνε δίχως αισθήσεις νεκροί, σκιές θνητών που πέθαναν;»
Είπε, κι εγώ με τη σειρά μου του απάντησα: «Καλέ μου Αχιλλέα, γιε του Πηλέα και καμάρι των Αχαιών, ήρθα να πάρω από τον Τειρεσία αν έχει να μου δώσει συμβουλή πώς να φτάσω στη βραχώδη Ιθάκη∙ κοντά σε γη των Αχαιών δεν ήρθα ίσαμε τώρα μήτε στο χώμα της πατρίδας μου πάτησα ακόμα, κι όλο μού τυχαίνουνε βάσανα. Από εσένα, όμως, Αχιλλέα, κανένας άνθρωπος δεν ευτύχησε περισσότερο μα ούτε και πρόκειται: γιατί όσο ζούσες οι Αργείοι σε τιμούσαμε σαν θεό, και τώρα πάλι εδώ κάτω στους νεκρούς έχεις μεγάλη δύναμη. Γι’ αυτό το λόγο μη δυσανασχετείς που είσαι πεθαμένος, Αχιλλέα.»
Είπα, κι εκείνος με τη σειρά του μου απάντησε: «Μη με παρηγορείς για το θάνατο, ένδοξε Οδυσσέα. Θα προτιμούσα εργάτης σε χωράφι, να ξενοδούλευα σε άλλον, σε αφεντικό φτωχό και που το βιος του να μην ήτανε πολύ, παρά να ήμουν κι ο βασιλιάς όλων των πεθαμένων εδωπέρα.»  

(Jan Styka (1858-1925): Ο Οδυσσέας στον Άδη.)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία λ, στίχοι 467 – 491]