Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2009

Το σπίτι φεύγει.

Τα έργα είναι όνειρα.


ΝΟΜΙΖΩ όταν τα έργα συγκινούν, δεν είναι κατασκευές του νου. Τα πρόσωπα και η περιπέτειά τους μας αποκαλύπτονται. Θέλουμε να πουν αυτό που μας αρέσει, εκείνα βουβαίνονται, τους λέμε να κάνουν κάτι άλλο, μας κοιτάζουν ανόρεχτα ή ανάβουνε τσιγάρο. Όνειρα εν εγρηγόρσει. Τίποτα δε μας ανήκει. Δεν είναι μόνο τα τριαντάφυλλα ή οι κήποι, που λέει κι ο Αντρέας.


ΝΟΜΙΖΩ είναι καλή εποχή για να γράφει κανείς θέατρο. Ηθικά αμήχανοι, δίχως βεβαιότητες, με λίγες ιδεοληψίες και πολλές εμμονές. Φλυαρούμε, σιωπούμε, κινούμαστε σαστισμένοι ή σωριαζόμαστε σε μια καρέκλα, τα πρωινά μ’ επίγνωση γελάμε μπροστά στον καθρέφτη. Τόσο, που πότε-πότε η σκηνή της ζωής μας να μοιάζει πιο δική μας.

ΚΙ ΑΚΟΜΑ με γοητεύει όσο τίποτα, το ότι προκειμένου να εκφράσουμε την ποικιλία των συναισθημάτων, δεν είναι πια υποχρεωτικά τα γυναικεία προσωπεία : της Έμμας Μποβαρύ, της Μπλανς Ντυμπουά ή της Γυναίκας με τα Μαύρα, για να δώσω τρία παραδείγματα. Ο αντρικός κόσμος εκτίθεται επιτέλους, σαν κάτι δυσπρόσιτους άλλοτε πύργους, μουσεία τώρα, μ’ όλες τις αίθουσές τους ανοιχτές στο κοινό. Τι απόμεινε; Οι βαριεστημένοι φύλακες μην αγγίξουμε κάνα φλάμπουρο ή τα μακρόστενα τραπέζια όπου άλλοτε εξυφαίνονταν μόνο πόλεμοι και συνωμοσίες. Δόξα τω Θεώ, η ανθρώπινη περιπέτεια συνεχίζεται συγκλονιστικά συναρπαστική.

Αντώνης Νικολής, 18 Οκτωβρίου 2002.
(Εισαγωγικό σημείωμα στο πρόγραμμα της παράστασης.)