Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2009

Λισαβόνα

Αντώνης Νικολής

Η ΛΙΣΑΒΟΝΑ ΜΟΥ

Αρχές του καλοκαιριού του 2006. Έκτη χρονιά και φορά, που οι διακοπές μου αναλώνονται στην Πορτογαλία, κυρίως στη Λισαβόνα. Κάθε χρόνο λίγο κάπου αλλού, στην ηπειρωτική χώρα ή τα νησιά του Ατλαντικού, και περί τις δύο εβδομάδες στη Λισαβόνα. Συνταξιδιώτης ο καλός φίλος, ο Δημήτρης Μποσνάκης. Φέτος μόνο Λισαβόνα. Ήρθαμε για τις festas populares, τις λαϊκές γιορτές στους δρόμους και τις πλατειούλες για τον άγιο της πόλης, το σάντου Αντόνιου.


Περπατάμε πάλι τις λυπημένες γειτονιές, περισσότερο τη Μουραρία και σε κάθε γωνιά της την Αλφάμα. Μ’ αρέσει να στοιβάζω τα τοπωνύμια της πόλης. Να μην ξεχάσω την Μπάισα, τη ρούα Αουγκούστα και την πράσα ντου Ροσίου (που προφέρεται Χοσίου, καλύτερα Χσίου). Ούτε το Μπάιρου Άλτου να ξεχάσω ή το Σιάντου. Την ανηφορική Γκαρέτ με το καφέ A Brasileira, και τον Φερνάντο Πεσσόα, τον μπρούτζινο ανδριάντα του, να πίνει μαζί μας καφέ.

(Μια μικρή απόκλιση, κάπως πιο λοξά έστρεψα φαίνεται το κεφάλι, μπορεί και προς άλλη κατεύθυνση, και σαν όλα να γίνονται πιο ιλαρά, να ελαφραίνουν, μόνο και μόνο γιατί ψυλλιάζομαι την αδυναμία να βεβαιώσω το νόημα, καμιά φορά την ίδια την ύπαρξή τους.)

Είμαστε στη ρούα Αουγκούστα κι οδεύουμε προς τον Τέζου. Ο Φερνάντο, ο Δημήτρης και η αφεντιά μου. Η Ντόνα Ρόζα, η τυφλή φαντίστα, τραγουδάει στην άκρη του δρόμου και επαιτεί. Είναι παράδοση. Τη ζηλεύω που η φωνή της θυμίζει απόγευμα Κυριακής σ’ έναν άδειο δρόμο. Από την πολλή συγκίνηση κυλάω μέσα της, γίνομαι τυφλός, φαντίστας κι επαίτης. Κάθομαι στο πτυσσόμενο καρεκλάκι μου, με το τριγωνάκι στο χέρι και τον ξύλινο κουμπαρά κοντά στα πόδια μου. «Απέτυχα, όπως ολόκληρη η φύση» μού ψιθυρίζει στο αυτί ο Φερνάντο. «Δεν το είπες αυτό για μένα;» μυγιάζομαι ακαριαία. Υπομειδιούν οι ρυτίδες κάτω απ’ τα ματογυάλια του μικρόσωμου φίλου. Όχι, βέβαια. Ούτε η λύπη είναι λύπη ούτε ο θάνατος είναι θάνατος.

Περνάμε την αψίδα στο τέλος της Αουγκούστα, εκτείνεται μπροστά μας αχανής η πράσα ντου Κουμέρσιου. Καταλήγει στην αποβάθρα του Τέζου. Ο Φερνάντο είχε μια δουλειά, μας άφησε. Θυμηδία, και όμως στα χείλη μου σκάνε με παφλασμούς κάτι μικροί αναστεναγμοί. Μέρες τώρα. Ο Δημήτρης με υπομένει στωικά. «Πάμε το βράδυ στο Ντραγκάου ντε Αλφάμα;», μου προτείνει για αντιπερισπασμό. Ν’ ακούσουμε το τρυφερό «κανταρέι» («θα τραγουδώ») από τη Φλόρα Περέιρα στο εστατοράκι με τους ερασιτέχνες φαντίστες και τους θαμώνες από τη γειτονιά ένα γύρο.

Είναι νωρίς ακόμα. Ανηφορίσαμε Σάντους, ύστερα Μαντραγκόα, αφηρημένοι. Κάπου, λίγο προτού διασταυρωθούμε με τη Σάουν Μπέντου, το δρόμο με τη Βουλή αλλά και το σπίτι της Amália, γυρνάω πίσω μου, κοιτάζω, τους ξανακοιτάζω, είναι δικοί μου αυτοί εκεί πέρα, της τέχνης μου. Εκείνος φοράει ένα δακτυλίδι με τετράγωνο μεγάλο σφραγιδόλιθο, εκείνη ένα πρασινωπό λεπτό φουλάρι. Είναι οι δυο τους, ο Αντώνης και η Θεανώ, αγκαζέ στο κράσπεδο του πεζοδρομίου, σχολιάζουν τα γλυκά μπροστά στη βιτρίνα μιας pastelaria. «Δημήτρη, αν σου πω κάτι, δε θα με πιστέψεις», λέω στον καλό μου φίλο, δεν του αποκαλύπτω εννοείται λεπτομέρειες μην τρομάξει, «φέτος ενώ περπατάμε, νομίζω, μάλλον, διαδραματίζεται ένα έργο μέσα μου. Αλλά γίνεται; Θεατρικό, σκορπισμένο μέσα σε μια πόλη;».
«Δηλαδή;»
«Είναι δύο. Ζευγάρι», αποκρύπτω ότι μας ακολουθούν ήδη, «κάπως ηλικιωμένοι, τα φτύνουν τα λόγια τους σχεδόν.»
«Έλληνες.»
«Ε, ναι. Έλληνες. Έχουν έναν πόνο όμως.» Τον έναν τον λένε Αντώνη, το αγαπημένο όνομα της πόλης, ο Αντόνιου, ο Αντονίνιου, την άλλη Θεανώ, για το βυζαντινό υποκοριστικό Νανώ, να τη λέει Νανώ μου.

Πρώτες μέρες του Ιουλίου του 2007. Και πάλι στη Λισαβόνα, ούτε δέκα μέρες αφότου τέλειωσε και η δική μου Λισαβόνα. Ήρθανε μαζί μου βέβαια, και ο Αντώνης και η Θεανώ. Έχουν το χαβά τους, τους καμαρώνω, ακολουθώ τη διαδρομή τους από την Πόρτα ντου Σολ ως τα Κασίλιας. Είναι και δική μου πια αυτή η πόλη. Θέλω να πω, πρέπει να μάθω πορτογαλικά.

Δεύτερο μισό του Ιουνίου του 2008. Ψελλίζω τις πρώτες μου προτάσεις, (ένα χρόνο διάβαζα δυο με τρεις ώρες την ημέρα από μεθόδους άνευ διδασκάλου), δεν τα πάω και άσχημα, όμως έχω πολύ δρόμο ακόμα. Φέτος είναι καθαρά τα σουλούπια τους, η κίνηση, ακόμα και η χροιά της φωνής τους. Τον Αντώνη τον ανέλαβε ο Θανάσης, τη Θεανώ η Λήδα, τόσο ταιριαστοί, πιο ταιριαστοί δε γίνεται. Είναι τίμιοι στην τέχνη τους, -κι έχω ανάγκη να τους αγαπώ.

Τι είν’ αυτό στη Λισαβόνα που μου φέρνει δάκρυα χαράς ή συγκίνησης, αν είναι δυνατόν, κάθε στιγμή. Μα κάθε στιγμή. Να συγκρατιέμαι να μην τρέχουν τα μάτια, να μην τραντάζεται το στήθος, να ησυχάζει ο πόνος ο ανάμεικτος με τη χαρά. Ποιος είν’ αυτός ο πόνος, ποια είν’ αυτή η χαρά;

Δεν έχω άλλο τρόπο να πω ποια είναι η Λισαβόνα μου.

Αν πέθαινα στη Λισαβόνα, δε θα πέθαινα ποτέ μου.

(Νοέμβριος του 2008.)

(Εισαγωγικό σημείωμα στο πρόγραμμα της παράστασης.)