Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2009

Κριτικές / "Ο κύριος Εμμανουήλ και ...ο Ροΐδης"

Σολίστες σε ρεσιτάλ

Από το πλούσιο ρεπορτάζ και τα συνοδά σχόλια νομίζω εκτιμήθηκε δεόντως η πρωτοβουλία της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας για μια μικρή υποκριτική κυρίως αγωνιστική Ολυμπιάδα μονοπρόσωπων παραστάσεων.

ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: ΤΑ ΝΕΑ, Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2002

Πάντα οι αγώνες, αθλητικοί ή πνευματικοί, είναι ένας «άθλος», μια άσκηση, μια επίδειξη δεξιοτεχνίας, μεθόδων, ευρέσεων, φαντασίας, ικανοτήτων.

Ο Ηθοποιός είτε ένας δυνάμει αθλητής, ανταγωνίζεται με ένα κείμενο αλλά πρωτίστως έχει γυμνάσει τα εκφραστικά του μέσα να αποδίδουν στη δεδομένη στιγμή που θα τους ζητηθεί το άπαν των δυνατοτήτων τους. Η υποκριτική είναι η μόνη από τις τέχνες, τις παραστατικές, που παίχτης και όργανο είναι το ίδιο πράγμα. Όπως ο ζωγράφος και ο γλύπτης διαθέτουν το υλικό τους και τα εργαλεία τους, ο μουσικός χειρίζεται το όργανό του, ο ηθοποιός χειρίζεται το σώμα του και τη φωνή του χωρίς διαμεσολάβηση.


Διαβάζει κι αυτός συνήθως παρτιτούρα, το θεατρικό κείμενο, αλλά καλείται συχνά, όπως ο σολίστας, να αυτοσχεδιάσει ή να κάνει καντέτζες, δηλαδή δεξιοτεχνικές ακροβασίες, για να επιδείξει στο έπακρον την εκφραστική του δεινότητα. Είναι τα υποκριτικά ρεσιτάλ. Ο εκτελεστής, μόνος στη σκηνή, όπως ο μυθικός Παγκανίνι ή όπως η Ισιδώρα Ντάνκαν στον χορό, μεταμορφώνεται, αλλάζει ρυθμούς, σχήματα, κουρδίζει σε άλλο κάθε φορά κλειδί το όργανό του, παράγει εμμέλεια, μελωδία, συναισθήματα, προκαλεί στοχασμό, μεταποιεί τη σάρκα του σε ποιητική ύλη, δηλαδή παράγει άλλες ποιότητες από αυτές που η φύση ανέθεσε στο σώμα να εκτελεί. Από βιολογικές ενέργειες, από λειτουργίες το σώμα παράγει σύμβολα/σήματα και ιδέες.

Αυτή η ποιητική είναι βεβαίως εν γένει η λειτουργία του ηθοποιού, αλλά στο ρεσιτάλ, στον μονόλογο, στη μονοπρόσωπη δημιουργία επί σκηνής, μεγεθύνεται ως απόλυτη τέχνη.

Το θέατρο είναι η αισθητική αποθέωση του Διαλόγου. Γεννήθηκε στην πατρίδα, στη γενέθλια γη της Δημοκρατίας, ως απαύγασμα της ελεγχόμενης ανταγωνιστικότητας. Γιατί αν πατέρας των πάντων είναι ο πόλεμος, κατά τον Ηράκλειτο, δηλαδή η σύγκρουση αντιθέτων, πόλων, διαφερόντων, ο αγών, οι αγώνες, αθλητικοί, δικανικοί, πολιτικοί (στο Στάδιο, στο Δικαστήριο, στη Βουλή) είναι πόλεμος, αντιπαράθεση με κανόνες, με όρους, μια ελεγχόμενη πόλωση. Ο ηθοποιός στο θέατρο διαλέγεται με τον Άλλον και ο άλλος μπορεί να φέρει διαφορετικό ήθος, διαφορετική διάνοια. Η ποικιλία αυτής της αντιπαράθεσης, ο λόγος και ο αντίλογος ηθών, διανοιών, κοινωνικής τάξης κ.λπ. μέσα στους κανόνες της ποιητικής παράγει Αισθητική. Το θέατρο είναι στίβος όπου ο διάλογος, πάσης φύσεως αντιθέτων, εγγράφεται στο αίτημα του Ωραίου.

Ένας ηθοποιός που μονολογεί ενώπιον κοινού επί σκηνής, ανταγωνίζεται τα μέσα του, διαλέγεται εν πρώτοις με τους κώδικες, τα εργαλεία, τις φόρμες, τα επιτεύγματα της συντεχνίας του, ό,τι η παράδοση και η ιστορία του θεάτρου έχει εμπιστευθεί στη μνήμη του κοινού.

Παλεύει με το κείμενο που ερμηνεύει. Και παλεύει με το κοινό. Μόνος του, χωρίς συμπαραστάτη. Μονομάχος απέναντι στο μυριοκέφαλο θηρίο μέσα σε μια απειλητικά σιωπηλή σκοτεινή αίθουσα.

Μ' αυτό το θηρίο διαλέγεται, με τις προκαταλήψεις του, τις μνήμες του, τη μόρφωσή του (εκ των πραγμάτων ποικίλη και αντιφατική). Παλεύει με την κυρίαρχη αισθητική μόδα, με την κοινωνική συγκυρία, την πολιτική της στιγμής. Ένας σπουδαίος ηθοποιός έλεγε κάποτε πως ο τρόμος του όταν έλεγε έναν μονόλογο επί σκηνής δεν ήταν ούτε οι αμφιβολίες του για το τι είχε πετύχει ούτε η δυσπιστία του κοινού. Τρόμαζε στην ιδέα πως μέσα στην αίθουσα πιθανόν να βρισκόταν ένας και μόνο θεατής που είχε δει στον ίδιο μονόλογο τον Βεάκη! Είχε δηλαδή προαποφασίσει πώς παίζεται αυτός ο ρόλος. Στους δώδεκα θεατρικούς μονολόγους που είχε το κοινό την ευκαιρία να δει στα θέατρα του Μεταξουργείου, ένδεκα ηθοποιοί ακροβάτησαν στο τεντωμένο σκοινί, συχνά χωρίς δίχτυ. Δεν μου ήταν δυνατόν να δω όλες τις επιτεύξεις. Πιθανόν να έχασα τις καλύτερες.

Είδα όμως γνωστούς ηθοποιούς, με αναγνωρίσιμο σκηνικό στίγμα, να εξαντλούν τις δοκιμασμένες τους ικανότητες.

Ο Σταμάτης Φασουλής αξιοποίησε τελείως (κυριολεκτικά) τον θαυμάσιο και ευρηματικό μονόλογο του νέου ταλαντούχου συγγραφέα Αντώνη Νικολή «Ο κ. Εμμανουήλ και... ο Ροΐδης». Επιστρατεύοντας τη γνωστή του υποκριτική ευφράδεια, το πηγαίο χιούμορ και μια υποδόρια πίκρα που διακρίνουν την εν γένει τέχνη του, δημιούργησε μια ιλαρότητα μέσα στην απελπισία της μοναξιάς και μια άηχη κραυγή που η «ηχώ» της ξεσπούσε σ' έναν καταιγισμό κλαυσίγελου.