Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Κως: πολλοί κόσμοι σε μία συλλαβή.

(Δωδεκάνησα τα μαργαριτάρια της Μεσογείου
φωτογράφιση: Νίκος Κασέρης
κείμενα: Ηλίας Ε. Κόλλιας, Φώτης Βαρέλης, Αντώνης Νικολής, Μηνάς Αλ. Αλεξιάδης, Σοφία Γιαννάτου, Κώστας Μ. Σταματόπουλος, Γιώργος Χρ. Παπαχρήστος, Ευγενία Φακίνου, Μιχάλης Κουμπιός, Ζαχαρίας Ν. Τσιρπανλής, Μαρία Μιχαλάκη - Κόλλια, Μανόλης Μαυρολέων, Λίντα Μπενγκλίς, Τίτσα Πιπίνου, Καίτη Σπύρου - Καπαδάκη
μετάφραση: Ευγενία Λεωτσάκου - Πετρίδου
Κασέρης, 2005
323 σελ.
ISBN 960-87007-8-7, ISBN-13 978-960-87007-8-9, [Κυκλοφορεί])

(Και στο: Μία πόλη στη λογοτεχνία / ΚΩΣ, επιλογή κειμένων Παναγιώτης Νούτσος, Μαρία Χατζηγιακουμή, εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2007, [Κυκλοφορεί])

Κως: πολλοί κόσμοι σε μία συλλαβή.

Το πατρικό μου βρίσκεται στο κέντρο της πόλης. Απ’ το ένα μπαλκόνι : το τζαμί της πλατείας, η αγία Παρασκευή, απ’ το άλλο : η Συναγωγή, το κάστρο των Ιπποτών, ο μιναρές κι η κεραμοσκεπή του τζαμιού της λόντζας, κάτι από την παλιά καθολική μητρόπολη και ο τρούλος του αγίου Νικολάου. Στα παλιά-παλιά χρόνια, έλεγε η γιαγιά μου, στις μεγάλες αναβροχιές, πηγαίνανε στις λιτανείες όλοι. Πρώτα του μητροπολίτη, ύστερα του ραβίνου και στο τέλος του χότζα. Κι όποιου πιάσουνε οι παρακλήσεις. Πολιτικώς ορθή δεν ήταν μόνο η σειρά.

Στη γειτονιά μας, παρόλο που κέντρο, απολαμβάναμε μια σχεδόν αχανή αλάνα. Τον κήπο της Συναγωγής, τους δρόμους με τα μαραγκούδικα τότε, από την Πόρτα του Φόρου ως τον Πλάτανο του Ιπποκράτους, κι από δίπλα την αρχαία αγορά που εκτείνεται σε πολλά στρέμματα ως το αλσύλλιο που καταλήγει στο Ηρώο. Πολλοί εμείς, αλλά και ο Χουσεΐν με τη Σατέ, τα καλοκαίρια έρχονταν από το Ισραήλ και τα εγγόνια της κυρα-Ζουλιέτας, (της παλιάς γειτόνισσας, που έφτασε ως τα κρεματόρια, κι επέζησε), η Μύριαμ, ο Νώε και η Κίτυ. Άγρια παιχνίδια ανάμεσα σε σπασμένα κιονόκρανα, θεμέλια ναών, μέσα σε θολωτά καμαράκια οθωμανικών λουτρών, σκαρφαλωμένοι σε βωμούς, επάλξεις και δέντρα. Ξαμολιόμασταν πρωί-πρωί. Περί το μεσημέρι και λίγο πριν σκοτεινιάσει, οι μανάδες μας, κάτι σαν μουεζίνηδες, μας καλούσαν απ’ τα μπαλκόνια, «Αντωώωνη, Θαναάαση, Λαάαμπρο», «Σπυύυρο, Αντρεέεα», ασκημένες να ακούγονται σε απόσταση χιλιομέτρου.
Στη δεκαετία του ’60, οι τουρίστες ήτανε ταξιδιώτες περισσότερο. Γκαζολίνα τούς αποβίβαζαν από τα πλοία της γραμμής στην αποβάθρα του παλιού λιμανιού. Θυμάμαι την πρώτη φορά που είδα ηλικιωμένους ανθρώπους με φωτεινά κίτρινα και κόκκινα και γαλάζια ρούχα! Ή άλλους, νεαρούς, πάνω στα ποδήλατα, φορώντας μόνο το μαγιό! Γερμανοί, Σκανδιναβοί και Άγγλοι κυρίως. Ο τόπος τούς ήθελε. Ένα πρωινό, ο Σπύρος κι ο Αντρέας, οι δίδυμοι φίλοι του μικρού μου αδελφού, ξαναμμένοι και τρέχοντας : «Λάμπρο, Λάμπρο, ήρθανε τα χελιδόνια!». Οι πρώτοι τουρίστες δηλαδή.
Πέρασαν αρκετά χρόνια. Η μόνη αλάνα πια είναι το προαύλιο του σχολείου. Ο τουρισμός έγινε βιομηχανία. Οι ξένοι όλο και περισσότερο μοιάζουν και μεταξύ τους και με μας. Η μάνα μου λέει καμιά φορά «το έφταιξα με τη συνταγή της Ζουλιέτας». Κι όσοι κοιτάζουν το αστέρι από γρανίλια στη μετώπη της Συναγωγής, το πολύ να πάρουν μια ξερή γνώση. Όχι τη συμβίωση με τον άλλο, τον ξένο.
Στην Κω, στα χρόνια της παιδικής και εφηβικής μου ηλικίας, το ’60 και το ’70, διαλέγονταν τρόποι της ζωής, άνθρωποι και κόσμοι, πολλοί και ποικίλοι. Νοερά ζω πάντοτε εκεί.

Αντώνης Νικολής, 24 Απριλίου 2004.