Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Γυναίκες στα ράφια του μανάβη.

Τι θα βρει ο αρχαιολόγος του μέλλοντος από τη σύγχρονη Πομπηία;

«E» 29/12/2008

«Είμαστε ό,τι αφήνουμε πίσω μας», σκέφτηκα, όταν αποφασίστηκε το θέμα. Είμαστε τα... σκουπίδια μας.
Στο μεταξύ, ούτε ο Αλέξης είχε ακόμα χτυπηθεί από σφαίρα, ούτε βιτρίνες και δεντράκια είχαν σπαστεί και καεί, ούτε το πολιτικό ματς είχε καλοξεσπάσει, απλώς κάτι σιγόβραζε μέσα σ' αυτή τη... σιγαλιά. Το έχει αυτό η σιωπή, να είναι απειλητικότερη της μεγαλύτερης φασαρίας.
Kαι η απόσταση. Να μας κάνει να βλέπουμε με ευκρίνεια τα πράγματα.
Για να μας... δούμε, λοιπόν, θα πρέπει πρώτα να αποστασιοποιηθούμε. Πώς βλέπουμε σε μια γκαλερί ή στην Πινακοθήκη ένα πίνακα; Κολλώντας τη μύτη μας, επάνω του; Ε, όχι!
Αυτό σκεφτήκαμε, λοιπόν, κι εμείς. Να δούμε το... χάλι μας από το μέλλον. Να καταλάβουμε το έχει μας, απ ό,τι θα απομείνει κάποτε απ αυτό. Να μας κοιτάξουμε αφ υψηλού και εκ του μακρόθεν μια φορά, μπας και αντιληφθούμε τους αντικατοπτρισμούς και τα τεχνάσματα της καθημερινότητας και της πραγματικότητας.
Λοιπόν, το θέμα ετέθη: Τι θα βρει ο αρχαιολόγος του μέλλοντος από τη σύγχρονη Πομπηία.
Φιλώ σταυρό, δεν είχε ούτε μύτη ανοίξει.
Δεν είχε καεί, ακόμα, ούτε μισός σκουπιδοτενεκές. Την απορία μας και την... επιστημονική φαντασία μας συνέτρεξαν, με δοκιμιακά κείμενα ή διηγήματά τους, 21 συγγραφείς. Οι κάτωθι (με αλφαβητική σειρά):

Δημήτρης Βαρβαρήγος, Ρούλα Κακλαμανάκη, Γιάννης Καλπούζος, Δημήτρης Καρύδας, Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου, Αντώνης Νικολής, Μάκης Πανώριος, Πένη Παπαδάκη, Γιώργος Ρωμανός, Ζωή Σαμαρά, Χρύσα Σπυροπούλου, Αλέξης Σταμάτης, Εύα Στάμου, Ελένη Στασινού, Γιάννης Φιλιππίδης, Ηλίας Φλωράκης, Ρίτσα Φράγκου-Κικίλια, Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη, Αγγελος Χαριάτης, Νάσος Χριστογιαννόπουλος, Λίτσα Ψαραύτη.

Επειδή: «Το μπαστούνι, μια αρμαθιά κλειδιά, κάτι κέρματα,/ η απαλή κλειδαριά, κάτι τελευταίες /σημειώσεις που δεν θα ξαναδιαβαστούν/
τις λίγες μέρες που μου απομένουν, η τράπουλα,/ η σκακιέρα, ένα βιβλίο και κάπου στα φύλλα του/ η ξεραμένη βιολέτα -ενθύμιο κάποιας βραδιάς / αλησμόνητης ασφαλώς αλλά ήδη ξεχασμένης- / στη δύση ο κόκκινος καθρέφτης πυρπολώντας / ένα δειλινό της φαντασίας. Τόσα και τόσα πράγματα,/ ομπρέλες, πίπες, άτλαντες, φλιτζάνια, μπιχλιμπίδια
που δουλεύουν για χάρη μας σαν αμίλητοι σκλάβοι,/ τυφλοί, και απολύτως βουβά!/ Θα επιζήσουν περ από τη λήθη μας/δίχως να ξέρουν καν πως έχουμε υπάρξει». (Χ. Λ. Μπόρχες)
Αλήθεια, τι θα επιζήσει πέρ από τη δική μας λήθη;
ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ
elgika@pegasus.gr

Αντώνης Νικολής

Γυναίκες στα ράφια του μανάβη

Αν καταλαβαίνω σωστά, φίλε μου, βρισκόμαστε στο πρώτο μισό του 21ου, όπως αριθμούσαν τότε τους αιώνες, ή περίπου στον δικό μας 2ο προ καταστροφής (2d b.c.), το πιθανότερο στα μέσα του. Το εύρημα μάς το προσκόμισε εδώ η καλή συνάδελφος της Εφορείας Εναλίων, η Μαρία η Τσίρος (τη θυμάσαι, εκείνη με τις πολύ ανοιχτές πλάτες), από καταδύσεις της βορειοδυτικά στη βραχονησίδα του Λυκαβηττού -με μια επιφύλαξη μόνο να ελέγξουμε ξανά τις συντεταγμένες- στη θέση Σεπόλια ή ίσως Πατήσια.

Αγαθή τύχη -εκτιμώ- διαφύλαξε το εύρημά μας, ένα DVD-ROM τυλιγμένο σε νάιλον και «χτισμένο» μέσα σε κύβο μπετόν. Προφανώς θα παράπεσε στο τσιμέντο πριν από την πήξη του, ποιος ξέρει από ποια απροσεξία του ή της κατόχου του.
Πρόκειται για μία συρραφή αποσπασμάτων από τηλεοπτικά προγράμματα -υποθέτω. Κάποιος έφτιαξε κάτι σαν αρχείο εμφανίσεων μιας γυναίκας, δεν αποκλείεται δημοσίου προσώπου. Ακκίζεται μαζί με μερικές άλλες αλλά και με άντρες, νέους ή νεάζοντες και αυτούς, αναλόγου ήθους ή επιπέδου δε μου διαφεύγει, απλώς κάνω μία παρατήρηση περί την ενδυμασία τους σχετική με τις διαφορές στα δύο φύλα, είναι και ο λόγος που σου γράφω, -αλλά ας βάλω μία τάξη.
Κατ αρχάς τον ήχο, ολότελα σβησμένο ή με σοβαρές αλλοιώσεις, τον επαναφέραμε κάπως, και μ ένα μελετητή χειλέων (lip-reader) καταφέραμε να διαβάσουμε τα λεγόμενα των προσώπων. Θλιβερές κοινοτοπίες, φλυαρίες, κυρίως ιαχές βλακείας, αλλά αυτά δε μας εξέπληξαν, υπάρχει πολλή βιβλιογραφία αναφορικά με το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο τότε.
Είναι η εποχή, να σου θυμίσω επίσης, που ομιλούν εκείνα τα καημένα ύστερα νεοελληνικά τα διανθισμένα με αγγλικές λέξεις σαν για να τα ζωντανέψουν.
Ε, λοιπόν, το ακατανόητο είναι το εξής, καλέ μου φίλε. Οι εικονιζόμενες στο εν λόγω ντοκουμέντο γυναίκες, ανεξαρτήτως καιρού, -στο μεσογειακό κλίμα διατηρούνταν ακόμα αχνά οι διαφορές των εποχών- βρέξει χιονίσει είναι πάντοτε ντυμένες ελαφρά, καλοκαιρινά: μπλουζάκια με λεπτές τιράντες στις γυμνές πλάτες, ανάλαφρα υφάσματα, πέδιλα με στενή σόλα και ελάχιστους δερμάτινους ιμάντες, ποδαράκια χαλαρότατα τυλιγμένα σε κάτι που θυμίζει παπούτσι.
Δίπλα τους, μπορεί εξίσου φαιδροί και οι αρσενικοί, όμως αντίθετα ετούτοι φοράνε μακρομάνικα, φοράνε σακάκια, μακριά ζεστά παντελόνια, παπούτσια με κάλτσες. Υπάρχει σκηνή, να φανταστείς, που η κυρία περπατάει και συζητάει με μία άλλη στο ύπαιθρο (σε κάτι που μοιάζει με κακόμοιρο αλσύλλιο), αμφότερες εν τω μεταξύ καλοκαιρινές, ενώ οι περαστικοί ένα γύρο προβάλλουν με σκουφιά και βαριά πανωφόρια.
Εικάζω, φίλε μου, ότι ήταν καιρός που όχι μόνο τα ενεργοβόρα θερμοκήπια παρήγαν μες στο καταχείμωνο ντομάτες, μελιτζάνες, κολοκυθάκια, αλλά και οι θηλυκοί άνθρωποι εξέθεταν το κορμί τους, την πραμάτεια τους, αναλόγως. Πληθωριστικά θέλγητρα, δολώματα για αναπαραγωγή βέβαια, -την αθώα σεξουαλική απόλαυση την προφασίζονταν μόνο.
Ελπίζω εσύ τουλάχιστον να μη μου καταλογίζεις μισογυνισμό δήθεν γιατί κατάγομαι από μονοφυλετική οικογένεια. Αγαπώ τους πατεράδες μου, όμως εξίσου πολύ και τη γυναίκα μου, τις γυναίκες εν γένει. Θύματα υπήρξαν. Της εγκληματικής αδράνειας των μονοθεϊστικών θρησκειών, των προκαταλήψεων, των στερεοτύπων... Τι να τα λέμε πάλι.
Ηταν έξι δισεκατομμύρια εκείνοι οι άνθρωποι, έπρεπε επειγόντως να μειωθούν στα τέσσερα, κι αντί γι αυτό, φτάσανε τα δώδεκα... Τι να σου κάνει έπειτα και η καταστροφή... Κι εδώ που τα λέμε, άργησε. Τα φιλιά μου, καλέ μου φίλε, σ' εσένα, στον σύντροφο και στην κορούλα σας, τη μικρούλα Ιριδα.